Διαγραφή μέρους της οφειλής από τις τράπεζες με αντάλλαγμα πληρωμή του υπολοίπου
Σε γενναιόδωρες διαγραφές δανείων προχωρούν οι περισσότερες τράπεζες, στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τις απώλειες από παλαιά δάνεια, που δεν αποπληρώνονται. Τα προγράμματα διαγραφών, αφορούν κυρίως οφειλές που δεν εξυπηρετούνται για χρονικό διάστημα άνω του ενός έτους ή ακόμα και δύο ετών και ως εκ τούτου, έχουν μικρή πιθανότητα επανείσπραξης και επίσης η τράπεζα δεν διαθέτει κάποια εξασφάλιση ή ο οφειλέτης δεν έχει περιουσιακά στοιχεία.
Το ύψος της διαγραφής που προτείνεται στους πελάτες, προκειμένου να συναινέσουν στην αποπληρωμή μέρους της οφειλής και να απαλλαγούν από το άλγος του χρέους, ξεκινάει από 30% και φθάνει ακόμα και το 80% ανάλογα με την τράπεζα. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Citibank, η οποία ακολουθεί την πιο γενναιόδωρη πολιτική διαγραφών που αγγίζει το 80% σε μια προσπάθεια να επανεισπράξει έστω ένα μικρό τμήμα των χρεών που δεν εξυπηρετούνται για μακρό χρονικό διάστημα.
Αντίστοιχη πολιτική αν και σε μικρότερη έκταση, ακολουθούν και άλλες τράπεζες, μεταξύ των οποίων η Efg Eurobank, η οποία διαγράφει έως και το 50% του χρέους, ενώ η Alpha Bank διαγράφει έως και το 30% της οφειλής. Η Εθνική Τράπεζα αντίθετα, ακολουθεί εξατομικευμένη πολιτική.
Η πολιτική των διαγραφών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η πελατοκεντρική προσέγγιση που έχει κάθε τράπεζα, το χαρτοφυλάκιο των καθυστερούμενων δανείων ή τη διάρκεια της καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση οι διαγραφές αφορούν περιπτώσεις δανείων, που έχουν διογκωθεί υπέρογκα από τους τόκους και οι οφειλέτες δεν επιδεικνύουν διάθεση να ανταποκριθούν έστω και με μικρές καταβολές, σε σποραδικά διαστήματα. Η τράπεζα στην περίπτωση αυτή επιδιώκει να εισπράξει ένα έστω μικρό μέρος, προκειμένου να περιορίσει τις απώλειες, που συνεπάγεται η ολοσχερής διαγραφή των απαιτήσεων αυτών από το χαρτοφυλάκιό της.
Εκπρόσωποι των τραπεζών δεν κρύβουν την ανησυχία τους για την άνοδο των καθυστερήσεων, που φθάνει πλέον το 10% από 5% περίπου στο τέλος του 2008. Το ποσοστό των επισφαλειών μεταφράζεται σε απώλειες της τάξης των 25 δισ. ευρώ στο σύνολο των δανείων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, που ανέρχονται σε 250 δισ. ευρώ. Στα δάνεια που δεν είναι σε οριστική καθυστέρηση, οι τράπεζες εφαρμόζουν προγράμματα συγκέντρωσης οφειλών, παγώματος των δόσεων ή αναχρηματοδότησης με υποθήκη, προκειμένου να μειωθεί το κόστος εξυπηρέτησης.
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια


