Αλλαγές στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων

Σε ότι αφορά στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έχουν επέλθει τρεις σημαντικές αλλαγές.

Σύμφωνα με την πρώτη τα στεγαστικά δάνεια θα εξακολουθούν μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως για αναστολή των διωκτικών μέτρων να εκτοκίζονται με το συμβατικό επιτόκιο και να εξυπηρετούνται με δόση ενήμερης οφειλής.

Δεν παγώνει δηλαδή από την αρχή, δηλαδή από την κοινοποίηση της αίτησης, η οφειλή.

Η δεύτερη αλλαγή προβλέπει ότι οι υπερχρεωμένοι που έχουν αποδεδειγμένη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών τους μπορούν να ρυθμίσουν ένα μικρό μέρος αυτών και να απαλλαγούν από το υπόλοιπο με μηνιαίες καταβολες για 4 χρόνια και για τουλάχιστον το 10% των οφειλών τους.

Το αρχικό σχέδιο δεν προσδιόρισε επακριβώς το χρονικό διάστημα και έκανε λόγο για 3 με 5 χρόνια.

Η τρίτη αλλαγή αφορά στη δικαστική αρχή που αναλαμβάνει να διευθετεί το συμβιβασμό μεταξύ τράπεζας και οφειλέτη.

Στο αρχικό σχέδιο η πρόβλεψη αφορούσε στα Πρωτοδικεία και τελικά το έργο θα αναλάβουν τα Ειρηνοδικεία και η υπουργούς έχει ζητήσει και την πρόσληψη 80 νέων ειρηνοδικών για να αντιμετωπίσουν τον όγκο εργασίας.

Σε ότι αφορά στους εγγυητές έχουν δικαίωμα υπαγωγής τους στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου εάν πληρούν τις προϋποθέσεις.

Όπως είπε η υπουργός, μέσα σε ένα χρόνο, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών για καταναλωτικά δάνεια προς τις τράπεζες έχουν αυξηθεί κατά 70%.

Συγκεκριμένα, στις 30/09/2008 ήταν 33,9 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 6,9% (2,3 δις ευρώ), ενώ στις 30/09/2009 ήταν 34,9 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 11,7% (4,1 δις ευρώ).

Αντίστοιχα, για τα στεγαστικά δάνεια: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν αυξηθεί κατά 54% μέσα σε ένα χρόνο.
Συγκεκριμένα, στις 30/09/2008 ήταν 65,7 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 4,6% (3 δις ευρώ), ενώ στις 30/09/2009 ήταν 72,9 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 6,9% (5,1 δις ευρώ).

Με το νομοσχέδιο , δίνεται η δυνατότητα, μέσα από καθορισμένη δικαστική διαδικασία, σε όσους καταναλωτές έχουν διαπιστωμένη και μόνιμη αδυναμία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, να τα ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από αυτά, εξοφλώντας με ρεαλιστικούς με βάση το εισόδημά τους όρους ένα μέρος των χρεών που καθορίζεται από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των οφειλών.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι να μην υφίστανται περιουσιακά στοιχεία και να μην επαρκούν τα τρέχοντα εισοδήματα του καταναλωτή για την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων.
Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταθέτει κάθε μήνα για 4 έτη μέρος του εισοδήματός του στους πιστωτές.

Αν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του δεν επέρχεται απαλλαγή από τα χρέη.

Η ρύθμιση χρεών αφορά φυσικά πρόσωπα.

Ειδικότερα, στις ρυθμίσεις του νόμου υπάγονται οι χρηματικές οφειλές των φυσικών προσώπων που μέχρι σήμερα δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα.

Επομένως, στις ρυθμίσεις του υπάγονται και τα χρέη των επαγγελματιών, όχι όμως των εμπόρων.

Εξαιρούνται οφειλές από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, οφειλές από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και οι εισφορές προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.
Προϋπόθεση υπαγωγής είναι, κατά τα ισχύοντα και στο πτωχευτικό δίκαιο, η επελθούσα ή επαπειλούμενη - μη δόλια - μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρεών.

Η διαδικασία ρύθμισης χρεών περιλαμβάνει τρία στάδια.
Στο πρώτο, το εξωδικαστικό, στάδιο επιδιώκεται ουσιαστικά η ρύθμιση των χρεών και η απαλλαγή του από το υπόλοιπο αυτών, με τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Στο δεύτερο στάδιο επιδιώκεται ο συμβιβασμός ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στο τρίτο στάδιο, και εφόσον δεν έχουν ευδοκιμήσει τα δύο προηγούμενα στάδια, επέρχεται δικαστική πλέον ρύθμιση χρεών με απαλλαγή από χρέη.

Κατά το πρώτο στάδιο, επιδιώκεται η εξωδικαστική επίλυση στη βάση ενός πλάνου εξυγίανσης των χρεών στο οποίο και τα δύο μέρη θα συμφωνήσουν.
Ουσιαστικά, στο στάδιο αυτό τα μέρη είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ό,τι πράγματι κρίνουν προς το συμφέρον τους.

Εάν δεν συμφωνήσουν οφειλέτης και πιστωτές στο πρώτο στάδιο, τότε περνάμε στο δεύτερο στάδιο, όπου ο οφειλέτης δικαιούται να υποβάλει αίτηση στο Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κύρια κατοικία, για έναρξη της διαδικασίας μερικής απαλλαγής από τα χρέη.

Στην αίτηση που καταθέτει ο οφειλέτης, περιλαμβάνεται σχέδιο διευθέτησης οφειλών, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Εάν κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις επί του σχεδίου διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, τότε θεωρείται ότι ο συμβιβασμός έχει γίνει αποδεκτός.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο επικυρώνει το σχέδιο με απόφασή του, το οποίο αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού.

Το δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει τον συμβιβασμό ακόμη κι αν συναινούν σε αυτόν πιστωτές που καλύπτουν το 51% των χρεών.

Η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη θεωρείται πλέον ανακληθείσα. Η αίτηση που καταθέτει ο οφειλέτης στο Ειρηνοδικείο πρέπει να περιέχει:
α). Την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και πάσης φύσεως εισοδήματα τόσο του ιδίου όσο και του/της συζύγου του,
β). Την κατάσταση των πιστωτών του και τις απαιτήσεις που αυτοί έχουν (κεφάλαιο, τόκοι και έξοδα), και γ).
Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.
Ακόμα, μαζί με την αίτηση προς το Ειρηνοδικείο, ή εντός μηνός από την υποβολή της, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει τα εξής:
α). Βεβαίωση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού, Ένωσης Καταναλωτών, δικηγόρου ή άλλου δημόσιου φορέα που συντρέχει τους καταναλωτές σε ζητήματα υπερχρέωσης, από την οποία να προκύπτει η πραγματοποίηση της προσπάθειας για εξωδικαστικό συμβιβασμό (πρώτο στάδιο) και η αποτυχία αυτής.
β). Υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα όσων στοιχείων αναφέρει στην αίτησή του σχετικά με την περιουσιακή του κατάσταση και τις υποχρεώσεις του προς του πιστωτές.

Επίσης, στην υπεύθυνη δήλωση ο οφειλέτης πρέπει να αναφέρει τις μεταβιβάσεις ακίνητων περιουσιακών του στοιχείων που προέβη την τελευταία τριετία.

Η έναρξη υποβολής αιτήσεων γίνεται τέσσερις μήνες μετά την ψήφιση και ισχύς του νόμου, διάστημα κατά το οποίο, ωστόσο, τα μέρη μπορούν να επιδιώξουν ήδη τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Στόχος είναι το γρηγορότερο δυνατό.

Γι’ αυτό και προβλέπεται η συζήτηση της αίτησης του οφειλέτη στο δικαστήριο να γίνεται σε λιγότερο από έξι μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης. Στόχος είναι η απλοποίηση της όλης διαδικασίας.

Γι’ αυτό και τα συναρμόδια Υπουργεία θα προτείνουν συγκεκριμένα υποδείγματα των απαιτουμένων πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταλόγων και καταστάσεων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών.

Και τα δύο μέρη εκτιμάται ότι έχουν ισχυρά κίνητρα να έρθουν σε μια μεταξύ τους συμφωνία.

Οι οφειλέτες γιατί αντιλαμβάνονται ότι η απαλλαγή τους προϋποθέτει μία μακρόχρονη δοκιμασία που συνεπάγεται σημαντικούς περιορισμούς για τους ίδιους, ενδεχομένως και μετά την περάτωσή της.

Οι πιστωτές και τα πιστωτικά ιδρύματα, γιατί γνωρίζουν ότι με την υποβολή της αίτησης από τον οφειλέτη θα προωθηθεί πλέον μία διαδικασία απαλλαγής από τα χρέη χωρίς τη δική τους σύμφωνη γνώμη.

Έχουν, λοιπόν, οι πιστωτές συμφέρον, αν ο οφειλέτης υπόσχεται με ρεαλιστικούς όρους την εξυπηρέτηση ενός μέρους του χρέους του, που πιθανολογείται ότι θα μπορούσε να είναι ψηλότερο από αυτό που θα εισέπρατταν οι πιστωτές στη διάρκεια της διαδικασίας απαλλαγής, να έρθουν σε συμφωνία μαζί του.

Εάν τελικά υπάρχουν αντιρρήσεις από τους πιστωτές κατά το δεύτερο στάδιο, τότε ξεκινά το τρίτο στάδιο, κατά το οποίο γίνεται δικαστική ρύθμιση χρεών με μερική απαλλαγή από χρέη.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως πλέον εάν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Εφόσον πράγματι δεν επαρκούν τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη για την αποπληρωμή των χρεών του, τότε το δικαστήριο προχωρά στην υπό όρους απαλλαγή του από τα χρέη.

Σε αυτό το στάδιο ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει κάθε μήνα ένα μέρος του εισοδήματός τους στους πιστωτές.

Συγκεκριμένα, ο οφειλέτης θα πρέπει, στο πλαίσιο ενός τετραετούς πλάνου πληρωμών, να αποπληρώσει ένα ελάχιστο ποσοστό των χρεών που έχει καθορίσει το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το προσδοκώμενο εισόδημά του και τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του.

Το ποσοστό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 10% των χρεών.

Εάν ο οφειλέτης δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του, δεν επέρχεται απαλλαγή από τα χρέη.

Σημειώνεται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως σε περιπτώσεις χρόνιας ανεργίας ή σημαντικών προβλημάτων υγείας, όπου το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκεί για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, είναι δυνατός ο προσδιορισμός χαμηλότερων ή και μηδενικών καταβολών.

Αυτό ακόμα κι αν δεν προκύπτει η εξόφληση του ελάχιστου ποσοστού του 10% των συνολικών οφειλών.
Το δικαστήριο μπορεί να επανεξετάζει κάθε οκτώ μήνες, ή και νωρίτερα αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του οφειλέτη ή του πιστωτή, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις, επαναρρυθμίζοντας τις οφειλόμενες καταβολές.

Η κύρια κατοικία του οφειλέτη

Η κύρια κατοικία του οφειλέτη, κατά την διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής από τα χρέη, προστατεύεται.

Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεσή της από την περιουσία που ρευστοποιείται για την ικανοποίηση των πιστωτών, εφόσον δεν υπερβαίνει σε έκταση το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξανόμενο κατά 30%.

Σε αυτή την περίπτωση αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει σε χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη με περίοδο χάριτος και σε ευνοϊκούς όρους ποσό οφειλών μέχρι το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το Δικαστήριο.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, τότε μπορεί η δικαστική διαδικασία να περιοριστεί με απλή ρύθμιση των οφειλών χωρίς απαλλαγή από τα χρέη.

Συγκεκριμένα, η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει την αναστολή της περιοδικής εξόφλησης της οφειλής μέχρι δύο έτη.
Κατά τη διετία αυτή, θα καταβάλλονται είτε μόνο οι τόκοι είτε αυτοί θα κεφαλαιοποιούνται, χωρίς προηγούμενο ανατοκισμό κατά τη λήξη της αναστολής.
Για να υπαχθεί ο οφειλέτης στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, υποχρεούται στην ειλικρινή δήλωση των στοιχείων που αναφέρει.

Εάν από δόλο δεν το πράξει, τότε εκπίπτει από τα ευεργετήματα της ρύθμισης και δεν μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση για ρύθμιση χρεών για δύο έτη.

Εάν τελικώς δεν ευδοκιμήσει η απαλλαγή από τα χρέη, στην περίπτωση αυτή, αναβιώνει η οφειλή ως είχε, δίχως όμως τους τόκους ανατοκισμού.

Υπενθυμίζεται ότι κάθε οφειλέτης μπορεί να αξιοποιήσει μόνο μία φορά τις ρυθμίσεις για την απαλλαγή χρεών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου.

Η ρύθμιση χρεών στόχο έχει την προστασία των καταναλωτών, όχι την διακινδύνευση της φερεγγυότητάς τους.

Για το σκοπό αυτό, η ρύθμιση χρεών και η απαλλαγή από χρέη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών και πέντε ετών αντίστοιχα, από το χρονικό σημείο που λήγει η ρύθμιση ή επέρχεται η απαλλαγή.

Η υπουργός στη συνέντευξη τύπου ανέφερε ότι ‘’οι ΗΠΑ (13ο κεφάλαιο της Bankruptcy Reform Act, 1978), διαθέτουν ήδη εδώ και 30 χρόνια ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων ιδιωτών από τα χρέη τους, όταν αυτοί αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτά.

Πολλές άλλες χώρες την τελευταία 15ετια έχουν υιοθετήσει αντίστοιχες ρυθμίσεις.
Στον Καναδάς, την Ιαπωνία, τη Μεγάλη Βρετανία, και τη Δανία από το 1982, στη Νορβηγία, τη Σουηδία και την Αυστρία από το 1994, στην Ολλανδία από το 1998, στη Γερμανία και το Βέλγιο από το 1999, στη Γαλλία από το 2003, στη Πορτογαλία από το 2004, και στην Τσεχία από το 2008.’’ Και σχολίασε ότι ‘’τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει ασφαλώς να αναπτύξουν κριτήρια με βάση τα οποία θα αξιολογούν ορθολογικότερα την πιστοληπτική ικανότητα των υποψήφιων δανειοληπτών.

Επιπλέον, θα πρέπει να δημιουργήσουν εσωτερικούς μηχανισμούς αξιολόγησης για την αποδοχή ή μη των σχεδίων απαλλαγής από τα χρέη.

Ένα σημαντικό παράπλευρο όφελος της ρύθμισης είναι ότι συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας διαβούλευσης, διαπραγμάτευσης και ρύθμισης των χρεών, που στη σημερινή πρακτική είναι ανύπαρκτη, καθώς δίνει τη δυνατότητα στους πιστωτές να πληροφορούνται τη συνολική οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, τους κινδύνους και τις αδυναμίες εξυπηρέτησης χρεών, και να υιοθετήσουν ενόψει της πιθανής απαλλαγής από τα χρέη και ρεαλιστικότερες προσδοκίες’’.

Σημειώνεται τέλος ότι προβλέπεται δε, επιπροσθέτως, η αναστολή των πλειστηριασμών της μοναδικής κατοικίας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες που βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής να αξιοποιήσουν την προστατευτική διάταξη της κυρίας κατοικίας, με την εξαίρεση αυτής από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία, που εμπεριέχει το σχέδιο νόμου.

 Σχετικοί σύνδεσμοι:

Designed and developed by: Infowonders